τλήμων

τλήμων
τλήμων
patient
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • τλήμων — και δωρ. τ. τλάμων, ον, Α 1. αυτός που υποφέρει, που πάσχει 2. συνεκδ. υπομονητικός, καρτερόψυχος («οἵαις ἐν πολέμοισι μάχαις τλάμονι ψυχᾷ παρέμεινε», Πίνδ.) 3. τολμηρός, θαρραλέος («ὧδέ τε θαρσαλέοι και τλήμονες», Ομ. Ιλ.) 4. (με κακή σημ.)… …   Dictionary of Greek

  • τλημονέστατον — τλήμων patient masc acc superl sg τλήμων patient neut nom/voc/acc superl sg τλήμων patient neut voc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονέστερον — τλήμων patient masc acc comp sg τλήμων patient neut nom/voc/acc comp sg τλήμων patient neut voc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλῆμον — τλήμων patient masc/fem voc sg τλήμων patient neut nom/voc/acc sg τλήμων patient neut voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονεστάτη — τλήμων patient fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) τλήμων patient fem voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονέστατα — τλήμων patient adverbial superl τλήμων patient neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλήμονα — τλήμων patient neut nom/voc/acc pl τλήμων patient masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονεστάτην — τλήμων patient fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονέστατε — τλήμων patient masc voc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τλημονέστατοι — τλήμων patient masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”